- πάμπρωτος
- πάμπρωτος, -ώτη, -ον (Α)1. πρώτος από όλους, ολόπρωτος, πρώτιστος («πάμπρωτος ὑφαίνειν ἤρχετο μῆτιν Νέστωρ», Ομ. Ιλ.)2. (το ουδ. εν. και πληθ. ως επίρρ.) πάμπρωτον και πάμπρωτα και παμπρώτισταπρωτίστως, πρώτα - πρώτα.[ΕΤΥΜΟΛ. < παν-* + πρῶτος].
Dictionary of Greek. 2013.